δαμαστής


δαμαστής
[дамастис] ουσ. а. дрессировщик.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δαμαστής" в других словарях:

  • δαμαστής — subduer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δαμάστης — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμαστής — ο (θηλ. δαμάστρια, η) (Μ δαμαστής, ο) [δαμάζω] αυτός που δαμάζει, που τιθασεύει κάποιον ή κάτι …   Dictionary of Greek

  • δαμαστής — ο θηλ. δαμάστρια αυτός που δαμάζει, τιθασεύει: Στο τσίρκο εργάζονται δαμαστές θηρίων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Δαμάστης εκ Σιγείου — (5ος; αι. π.Χ.). Ιστορικός και γεωγράφος. Ακολουθώντας τα ίχνη του Αναξίμανδρου και του Εκαταίου, σχεδίασε έναν χάρτη του κόσμου που τον συνόδευσε με περιγραφές της Γης και των λαών (σώζεται ένα μικρό απόσπασμα από την περιγραφή των Υπερβορείων) …   Dictionary of Greek

  • δαμαστέα — δαμαστής subduer masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δαμάστην — Δαμάστης masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δαμάστου — Δαμάστης masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δαμάστῃ — Δαμάστης masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμαστά — δαμαστά̱ , δαμαστής subduer masc nom/voc/acc dual δαμαστής subduer masc voc sg δαμαστής subduer masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)